αὐχήεις

αὐχ-ήεις, εσσα, εν,
A braggart, proud, Opp.H.2.677; [βοῦς] AP6.114 (Simm.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐχήεις — braggart masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐχήεντα — αὐχήεις braggart neut nom/voc/acc pl (epic) αὐχήεις braggart masc acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐχήεντας — αὐχήεις braggart masc acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐχήεντες — αὐχήεις braggart masc nom/voc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐχήεντι — αὐχήεις braggart masc/neut dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐχήεντος — αὐχήεις braggart masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐχήεσσα — αὐχήεις braggart fem nom/voc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐχήεσσαν — αὐχήεις braggart fem acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.